Μετάβαση στο περιεχόμενο

παλαμναῖος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλαμναῖος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική παλαμναῖος

Επίθετο

[επεξεργασία]

παλαμναῖος

  1. μοχθηρός, αχρείος
  2. εκδικητής
  3. γενναίος, ανδρείος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική παλαμναῖος παλαμναί τὸ παλαμναῖον
      γενική τοῦ παλαμναίου τῆς παλαμναίᾱς τοῦ παλαμναίου
      δοτική τῷ παλαμναί τῇ παλαμναί τῷ παλαμναί
    αιτιατική τὸν παλαμναῖον τὴν παλαμναίᾱν τὸ παλαμναῖον
     κλητική ! παλαμναῖε παλαμναί παλαμναῖον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ παλαμναῖοι αἱ παλαμναῖαι τὰ παλαμναῖ
      γενική τῶν παλαμναίων τῶν παλαμναίων τῶν παλαμναίων
      δοτική τοῖς παλαμναίοις ταῖς παλαμναίαις τοῖς παλαμναίοις
    αιτιατική τοὺς παλαμναίους τὰς παλαμναίᾱς τὰ παλαμναῖ
     κλητική ! παλαμναῖοι παλαμναῖαι παλαμναῖ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ παλαμναίω τὼ παλαμναί τὼ παλαμναίω
      γεν-δοτ τοῖν παλαμναίοιν τοῖν παλαμναίαιν τοῖν παλαμναίοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λόγιος' όπως «ὡραῖος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παλαμναῖος < παλάμη + -αῖος

Επίθετο

[επεξεργασία]

παλαμναῖος, υπερθετικός: παλαμναιότατος

  1. αχρείος, απαίσιος
  2. εκδικητικός
  3. ολέθριος
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παλαμναῖος οἱ παλαμναῖοι
      γενική τοῦ παλαμναίου τῶν παλαμναίων
      δοτική τῷ παλαμναί τοῖς παλαμναίοις
    αιτιατική τὸν παλαμναῖον τοὺς παλαμναίους
     κλητική ! παλαμναῖε παλαμναῖοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παλαμναίω
γεν-δοτ τοῖν  παλαμναίοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παλαμναῖος, -ου αρσενικό

  1. δολοφόνος, ένοχος για φόνο
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Τραχίνιαι, στίχ. 1207 (1206-1207)
    οἴμοι μάλ᾽ αὖθις, οἷά μ᾽ ἐκκαλῇ, πάτερ, | φονέα γενέσθαι καὶ παλαμναῖον σέθεν.
    Οϊμένα μου και πάλι· τί μου ζητάς, πατέρα μου; | να γίνω φονιάς θεοκατάρατος δικός σου;
    Μετάφραση χ.χ.: Ιωάννης Ν. Γρυπάρης), Αθήνα: Εστία @greeklanguage.gr
  2. εκδικητής για φόνο
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Παιδεία, 8, 7.18 @scaife.perseus
    τὰς δὲ τῶν ἄδικα παθόντων ψυχὰς οὔπω κατενοήσατε οἵους μὲν φόβους τοῖς μιαιφόνοις ἐμβάλλουσιν, οἵους δὲ παλαμναίους τοῖς ἀνοσίοις ἐπιπέμπουσι;
  3. ικέτης λόγω φόνου που δεν έχει εξαγνιστεί ακόμα