παλεύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλεύω < μεσαιωνική ελληνική παλεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈlɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παλεύω

  1. παίρνω μέρος σε αγώνα πάλης
  2. συγκρούομαι με κάποιον και προσπαθώ να τον νικήσω με τη σωματική μου δύναμη
  3. (μεταφορικά) αγωνίζομαι με κάποιον, επιδιώκοντας να τον νικήσω, π.χ. με επιχειρήματα, μάχομαι εναντίον δύσκολων συνθηκών
  4. προσπαθώ πάρα πολύ έντονα, με επιμονή και χωρίς να εγκαταλείπω

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • (δεν) παλεύεται : για κατάσταση που (δεν) αφήνει περιθώρια επιτυχίας ή αίσιου τέλους
  • (δεν) την παλεύω : (δεν) τα καταφέρνω, (δεν) την βγάζω, (δεν) έχω πιθανότητες να επιλύσω κάποιο πρόβλημα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]