παλιατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιατζής παλιατζήδες
γενική παλιατζή παλιατζήδων
αιτιατική παλιατζή παλιατζήδες
κλητική παλιατζή παλιατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιατζής < παλι(ός) + -ατζής[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιατζής αρσενικό

  • έμπορος, πλανόδιος ή με κατάστημα, που αγοράζει και πουλάει μεταχειρισμένα αντικείμενα, συνήθως μικρής αξίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. παλιατζής στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.