παλιατσαρία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιατσαρία παλιατσαρίες
γενική παλιατσαρίας
αιτιατική παλιατσαρία παλιατσαρίες
κλητική παλιατσαρία παλιατσαρίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιατσαρία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιατσαρία θηλυκό

  1. αντικείμενο πολύ παλιό και φθαρμένο


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]