παλιομοδίτικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παλιομοδίτικος παλιομοδίτικη παλιομοδίτικο
γενική παλιομοδίτικου παλιομοδίτικης παλιομοδίτικου
αιτιατική παλιομοδίτικο παλιομοδίτικη παλιομοδίτικο
κλητική παλιομοδίτικε παλιομοδίτικη παλιομοδίτικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παλιομοδίτικοι παλιομοδίτικες παλιομοδίτικα
γενική παλιομοδίτικων παλιομοδίτικων παλιομοδίτικων
αιτιατική παλιομοδίτικους παλιομοδίτικες παλιομοδίτικα
κλητική παλιομοδίτικοι παλιομοδίτικες παλιομοδίτικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιομοδίτικος < παλιο- + μόδα + -ίτικος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ʎɔ.mɔ.ˈði.ti.kɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παλιομοδίτικος -η -ο (δεν προσδιορίζεται αρνητικό ύφος)

  1. που ακολουθεί μια μόδα που είναι πια ξεπερασμένη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρνητική σημασία: ντεμοντέ
    φορούσε μια παλιομοδίτικη φούστα με φουρό
  2. που συμφωνεί με παλαιότερες αντιλήψεις, ιδέες, συνήθειες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρνητική σημασία: ξεπερασμένος, ντεμοντέ
    είναι άνθρωπος συμπαθής, αν και με παλιομοδίτικες αντιλήψεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]