παλιοπαρέα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλιοπαρέα παλιοπαρέες
γενική παλιοπαρέας
αιτιατική παλιοπαρέα παλιοπαρέες
κλητική παλιοπαρέα παλιοπαρέες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιοπαρέα < παλιο- + παρέα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιοπαρέα θηλυκό

  • παρέα ανθρώπων που τους συνδέει μακρόχρονη γνωριμία και φιλία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]