παλιοχαρακτήρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο παλιοχαρακτήρας οι παλιοχαρακτήρες
γενική του παλιοχαρακτήρα των παλιοχαρακτήρων
αιτιατική τον παλιοχαρακτήρα τους παλιοχαρακτήρες
κλητική παλιοχαρακτήρα παλιοχαρακτήρες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιοχαρακτήρας < παλιο- και χαρακτήρας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλιοχαρακτήρας αρσενικό

  • κακός χαρακτήρας, άτομο με ιδιαίτερα αρνητική συμπεριφορά προς το περιβάλλον του
  • Ασ' τονε τον καραγκιόζη, παλιοχαρακτήρας είναι, τι περίμενες από δαύτον;


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]