παλιο-

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: sarri.greek (συζήτηση) 03:45, 28 Ιανουαρίου 2020 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιο- < παλι(ός) + -ο-

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paˈʎɔ/

Πρόθημα[επεξεργασία]

παλιο-
1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι παλιό, προέρχεται από ή αναφέρεται σε παλαιότερη εποχή· πιθανόν επίσης να σημαίνει ότι το δεύτερο συνθετικό λόγω παλαιότητας βρίσκεται σε κακή κατάσταση

2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι δυσάρεστο ή άσχημο ή χαμηλής ποιότητας ή ηθικής υποστάθμης· επιτείνει επίσης τη σημασία υβριστικών ή μειωτικών λέξεων

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]