παλιο-

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιο- < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Πρόθημα[επεξεργασία]

παλιο-

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι παλιό, προέρχεται από ή αναφέρεται σε παλαιότερη εποχή· πιθανόν επίσης να σημαίνει ότι το δεύτερο συνθετικό λόγω παλαιότητας βρίσκεται σε κακή κατάσταση
    παλιοελλαδίτης
    παλιοελλαδίτισσα
    παλιοημερολογίτης
    παλιοημερολογίτικος
    παλιοημερολογίτισσα
    παλιολλαδίτης
    παλιολλαδίτισσα
    παλιομερολογίτης
    παλιομερολογίτικος
    παλιομερολογίτισσα
    παλιοκαιρίσιος
    παλιομοδίτης
    παλιομοδίτικος
    παλιοπαρέα
    παλιόρουχο
    παλιόφιλος
    παλιόχαρτο
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό είναι δυσάρεστο ή άσχημο ή χαμηλής ποιότητας ή ηθικής υποστάθμης· επιτείνει επίσης τη σημασία υβριστικών ή μειωτικών λέξεων
    παλιοβρόμα
    παλιόγερος
    παλιόγρια
    παλιογυναίκα
    παλιογύναικο
    παλιοδουλειά
    παλιόδρομος
    παλιοζωή
    παλιοθήλυκο
    παλιόκαιρος
    παλιοκοινωνία
    παλιοκόριτσο
    παλιόκοσμος
    παλιοκουβέντα
    παλιόλογο
    παλιόπαιδο
    παλιοπουτάνα
    παλιοσκρόφα
    παλιόσκυλο
    παλιόσπιτο
    παλιοτόμαρο
    παλιόφαγο
    παλιοφυλλάδα
    παλιοχαρακτήρας
    παλιόχορτο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]