παλιώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλιώνω <παλαιώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παλιώνω(παθητική φωνή παλιώνομαι)

  1. (αμετάβατο) αλλάζω με την πάροδο του χρόνου
    όταν παλιώνει το κρασί, γίνεται καλύτερο και αποκτά μεγαλύτερη εμπορική αξία
  2. φθείρομαι, γερνάω, ξεθωριάζω κλπ με το χρόνο
    αυτό το παντελόνι πάλιωσε
  3. (αμετάβατο) αποκτώ με τα χρόνια εμπειρία και κύρος σε υπηρεσία, εργασία κλπ
  4. (μεταβατικό) κάνω κάτι να φαίνεται παλιό, το φθείρω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]