παλμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλμός παλμοί
γενική παλμού παλμών
αιτιατική παλμό παλμούς
κλητική παλμέ παλμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλμός < αρχαία ελληνική παλμός < πάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλμός αρσενικό

  1. κίνηση που γίνεται εναλλάξ προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις
    συνώνυμα: δόνηση, κραδασμός
  2. σφυγμός
  3. (μεταφορικά) ο ενθουσιασμός και η ζωντάνια που χαρακτηρίζουν μια ενέργεια
  4. (αθλητισμός) ο τρόπος προετοιμασίας και εκτέλεσης μιας ρίψης ακοντίου, σφαίρας, σφύρας κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική παλμός παλμώ παλμοί
Γενική παλμοῦ παλμοῖν παλμῶν
Δοτική παλμ παλμοῖν παλμοῖς
Αιτιατική παλμόν παλμώ παλμούς
Κλητική παλμέ παλμώ παλμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλμός < πάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλμός αρσενικό

  1. παλμός, έντονη παλινδρομική κίνηση
  2. σφυγμός