παλτό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | παλτό | τα | παλτά |
| γενική | του | παλτού | των | παλτών |
| αιτιατική | το | παλτό | τα | παλτά |
| κλητική | παλτό | παλτά | ||
| Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | παλτό | τα | παλτό |
| γενική | του | παλτό | των | παλτό |
| αιτιατική | το | παλτό | τα | παλτό |
| κλητική | παλτό | παλτό | ||
| ΑΚΛΙΤΟ | ||||
| όπως «άκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παλτό < (άμεσο δάνειο) γαλλική paletot (προφορά: /palto/), απ' όπου και η ιταλική paltò < μέση αγγλική paltok [1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παλτό ουδέτερο κλιτό & άκλιτο κατά τα γαλλικά
- (ενδυμασία) βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα
- ※ Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)
- ※ Με τα δάχτυλα ακόμη μπλεγμένα, διασχίζουμε ατελείωτες σειρές από βίντατζ ρούχα στο αγαπημένο υπαίθριο παζάρι του Τζάσπερ. Δοκιμάζω ένα βίντατζ Σανέλ παλτό και ο Τζάσπερ αγοράζει κι άλλα τζιν για τη συλλογή του. (Shana Feste, Jen Besser, Ερωτευμένη Diana, μετάφραση Αγορίτσα Μπακοδήμου, εκδ. Μεταίχμιο, 2025)
Πού αφήνουμε τα παλτά μας; Υπάρχει βεστιάριο;
Το σκίσιμο στο πίσω μέρος των παλτό είναι ραμμένο. Όταν τα αγοράσετε θα πρέπει να το ξηλώσετε.
- (αθλητισμός, αργκό) αθλητής, συνήθως ακριβοπληρωμένος, ο οποίος δεν αποδίδει τα αναμενόμενα
Σημειώσεις
[επεξεργασία]Κλίση:
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
- ↑ παλτό - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ παλτό - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ενδυμασία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αθλητισμός (νέα ελληνικά)
- Αργκό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)