παλτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: παλτόν, πλατό

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένα παλτό
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παλτό τα παλτά
      γενική του παλτού των παλτών
    αιτιατική το παλτό τα παλτά
     κλητική παλτό παλτά
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλτό < ιταλική paltò < γαλλική paletot < μέση αγγλική paltok

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλτό ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]