παλτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παλτόν, πλατό

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

ένα παλτό
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλτό παλτά
γενική παλτού παλτών
αιτιατική παλτό παλτά
κλητική παλτό παλτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παλτό < ιταλική palto < γαλλική paletot

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παλτό ουδέτερο

  • (ενδυμασία) βαρύ και ζεστό ένδυμα για τον κορμό, μάλλινο ή γούνινο με μανίκια, που φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ρούχα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]