παμβέβηλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παμβέβηλος < παν- + βέβηλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παμβέβηλος αρσενικό

  1. πλήρως, ο απόλυτα βέβηλος, αμαρτωλός
  2. ασεβής, ανίερος
Δέν πρόφθασε ὅμως ὁ παμβέβηλος ἐκεῖνος ν᾽ ἁπλώσει τὰ μιαρά του χέρια (Ὁμιλία εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, Ἀρχιμανδρίτου Φωτίου Ἰωακεὶμ, Ιερά Μητρόπολις Μορφού)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]