παμβῶτις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική παμβῶτις παμβώτιδε παμβώτιδες
Γενική παμβώτιδος παμβωτίδοιν παμβωτίδων
Δοτική παμβώτιδι παμβωτίδοιν παμβώτισι
Αιτιατική παμβῶτιν παμβώτιδε παμβώτιδας
Κλητική παμβῶτι παμβώτιδε παμβώτιδες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παμβῶτις < πᾶς + βῶτις < βῶς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παμβῶτις θηλυκό (αρσενικό: παμβώτωρ)

  • αυτή που τρέφει τους πάντες
    ὀρεστέρα παμβῶτι Γᾶ, μᾶτερ αὐτοῦ Διός, / ἃ τὸν μέγαν Πακτωλὸν εὔχρυσον νέμεις (Σοφοκλής, Φιλοκτήτης, 391-2)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]