παμψυχισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παμψυχισμός παμψυχισμοί
γενική παμψυχισμού παμψυχισμών
αιτιατική παμψυχισμό παμψυχισμούς
κλητική παμψυχισμέ παμψυχισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παμψυχισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παμψυχισμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]