παμψυχισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παμψυχισμός οι παμψυχισμοί
      γενική του παμψυχισμού των παμψυχισμών
    αιτιατική τον παμψυχισμό τους παμψυχισμούς
     κλητική παμψυχισμέ παμψυχισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παμψυχισμός < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παμψυχισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]