πανάθλιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανάθλιος < παν- + άθλιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πανάθλιος

  1. (μειωτικά) τελείως άθλιος, χαμερπής, τιποτένιος
  2. πολύ δυστυχισμένος, εξαθλιωμένος, που τον βλέπουν οι άλλοι με περιφρόνηση
    «Το όνομά μου είν’ Ελλάς, κοινώς δε και Γραικία η πριν λαμπρά και ένδοξος ,τώρα δε παναθλία. Εσείς δε, ξένοι, τίνες εστέ, και πώς ήλθατε ώδε;» (Αγνώστου, «Ο Ρωσσοαγγλογάλλος», 1805, στίχοι 322-324)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]