πανάρχαιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανάρχαιος < παν- + αρχαίος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πανάρχαιος, -α, -ο

  1. πάρα πολύ αρχαίος, αρχαιότατος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]