πανάρχαιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανάρχαιος < παν- + αρχαίος

Επίθετο[επεξεργασία]

πανάρχαιος, -α, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]