πανδεκτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πανδεκτικός πανδεκτική πανδεκτικόν πανδεκτικοί πανδεκτικαί πανδεκτικά
Γενική πανδεκτικοῦ πανδεκτικῆς πανδεκτικοῦ πανδεκτικῶν πανδεκτικῶν πανδεκτικῶν
Δοτική πανδεκτικῷ πανδεκτικῇ πανδεκτικῷ πανδεκτικοῖς πανδεκτικαῖς πανδεκτικοῖς
Αιτιατική πανδεκτικόν πανδεκτικήν πανδεκτικόν πανδεκτικούς πανδεκτικάς πανδεκτικά
Κλητική πανδεκτικέ πανδεκτική πανδεκτικόν πανδεκτικοί πανδεκτικαί πανδεκτικά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πανδεκτικώ πανδεκτικά
Γενική-Δοτική πανδεκτικοῖν πανδεκτικαῖν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανδεκτικός < αρχαία ελληνική πᾶς + δέχομαι

Επίθετο[επεξεργασία]

πανδεκτικός, -ή, -όν

  • (ελληνιστική κοινή) που δέχεται τα πάντα, όλα
    Αὐλαὶ τῶν θείων καὶ οἰκήσεις αἱ ἀΐδιαι τάξεις. Καὶ ἡ «πανδεκτικὴ αὐλὴ» τοῦ Πατρὸς ἡ πατρικὴ τάξις ἐστίν, ἡ πάσας ὑποδεχομένη καὶ συνέχουσα τὰς ἀναχθείσας ψυχάς• ἡ δὲ τῶν ἀγγέλων μερὶς πῶς ἀνάγει ψυχήν; (Πρόκλος, Ἐκ τῆς αὐτῆς χαλδαϊκῆς φιλοσοφίας, 1)