πανεπιστημιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανεπιστημιακός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πανεπιστημιακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με ή αναφέρεται στο πανεπιστήμιο
    πανεπιστημιακές σπουδές, πανεπιστημιακό γυμναστήριο, πανεπιστημιακό άσυλο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανεπιστημιακός, -ή

  1. ο εργαζόμενος σε πανεπιστήμιο


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]