παννυχίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική παννυχίς αἱ παννυχίδες
      γενική τῆς παννυχίδος τῶν παννυχίδων
      δοτική τῇ παννυχίδ ταῖς παννυχίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν παννυχίδ τὰς παννυχίδᾰς
     κλητική ! παννυχίς* παννυχίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  παννυχίδε
γεν-δοτ τοῖν  παννυχίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παννυχίς < πᾶς + νύξ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παννυχίς θηλυκό (πᾰννυχίς)

  1. ολονύκτια εορτή
  2. αγρυπνία
  3. παννυχίδα
  4. ολονύκτια φύλαξη ενός χώρου

Σημειώσεις[επεξεργασία]