πανστρατιᾷ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: πανστρατιά

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανστρατιᾷ < δοτική ενικού του πανστρατιά < πᾶς + στρατός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *stratos < *sterh₃- (αναπτύσσω, (επ)εκτείνω)

Επίρρημα[επεξεργασία]

πανστρατιᾷ

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

πανστρατιᾷ

Πηγές[επεξεργασία]