παντοκράτορας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παντοκράτορας < παντοκράτωρ < πάντα + κραταιός < αρχαία ελληνική κάρτος και κράτος (ο σφοδρός ή πολύ ισχυρός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παντοκράτορας αρσενικό

  1. εκείνος που ελέγχει τα πάντα, ο παντοδύναμος, ο πανίσχυρος
    ο Καίσαρας ήταν παντοκράτορας στο απόγειο της δόξας του
  2. (ειδικά στην ελληνορθόδοξη θρησκευτική ορολογία, με κεφαλαίο αρχικό) η παράσταση του Χριστού στον τρούλο της εκκλησίας
    στις δύσκολες στιγμές οι πιστοί προσεύχονται στον Παντοκράτορα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]