παντρειά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παντρειά παντρειές
γενική παντρειάς παντρειών
αιτιατική παντρειά παντρειές
κλητική παντρειά παντρειές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παντρειά < μεσαιωνική ελληνική παντρειά < ὑπανδρειά < ὑπανδρία < αρχαία ελληνική ὕπανδρος (γυνή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παντρειά θηλυκό

Μεγάλωσε η κόρη σου. Είναι πια της παντρειάς (σε ηλικία γάμου δηλαδή)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]