παντρεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παντρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παντρεύω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pan.dɾeˈme.nos/ και /pa.dɾeˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ντρε‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]παντρεμένος, -η, -ο
- που έχει παντρευτεί
- ο σύζυγος
- ≈ συνώνυμα: άντρας
- ≠ αντώνυμα: παντρεμένη
- (μεταφορικά) που δείχνει ιδιαίτερη και αποκλειστική αφοσίωση σε κάτι
Είναι παντρεμένος με τη δουλειά του.
- (μαγειρική) τρόπος μαγειρέματος φαγητού όπου συνδυάζεται με κάποιο άλλο, συνήθως ασυνήθιστο, υλικό
φάβα παντρεμένη, χοιρινό παντρεμένο με κοτόπουλο
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη παντρεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παντρεμένος - Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)
- παντρεμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παντρεμένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)