παντρεμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παντρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παντρεύω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pan.dɾeˈme.nos/ και /pa.dɾeˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ντρε‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]παντρεμένος, -η, -ο
- που έχει παντρευτεί
- ※ Με τη σκούπα και το σφουγγαρόπανο ξεπλήρωνε αυτή τη βοήθεια, σαν ψυχοκόρη την είχαν, μπορεί οι ψυχοκόρες να ήταν συνήθως ανύπαντρα κορίτσια από το χωριό, που έβρισκαν ένα κρεβάτι κι ένα πιάτο φαΐ στα καλά σπίτια, τα είπαμε τα ανταλλάγματα, ενώ εκείνη ήταν παντρεμένη με παιδί και δεν έμενε στο νουνό, αλλά δεν έπαυε να είναι κάτι σαν ψυχοκόρη, αφού η μαύρη αλήθεια είναι ότι δεν γίνονται αγάπες με το σφουγγαρόπανο... (Θανάσης Καρτερός, Το τελευταίο τραμ, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ≈ συνώνυμα: νυμφευμένος, έγγαμος, ύπανδρος
- ≠ αντώνυμα: ανύπαντρος, ανύμφευτος, άγαμος, απειρόγαμος, απάντρευτος
- ο σύζυγος
- ≈ συνώνυμα: άντρας
- ≠ αντώνυμα: παντρεμένη
- (μεταφορικά) που δείχνει ιδιαίτερη και αποκλειστική αφοσίωση σε κάτι
Είναι παντρεμένος με τη δουλειά του.
- (μαγειρική) τρόπος μαγειρέματος φαγητού όπου συνδυάζεται με κάποιο άλλο, συνήθως ασυνήθιστο, υλικό
φάβα παντρεμένη, χοιρινό παντρεμένο με κοτόπουλο
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη παντρεύω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- παντρεμένος - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- παντρεμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- παντρεμένος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μαγειρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)