Μετάβαση στο περιεχόμενο

παντρεμένος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παντρεμένος η παντρεμένη το παντρεμένο
      γενική του παντρεμένου της παντρεμένης του παντρεμένου
    αιτιατική τον παντρεμένο την παντρεμένη το παντρεμένο
     κλητική παντρεμένε παντρεμένη παντρεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παντρεμένοι οι παντρεμένες τα παντρεμένα
      γενική των παντρεμένων των παντρεμένων των παντρεμένων
    αιτιατική τους παντρεμένους τις παντρεμένες τα παντρεμένα
     κλητική παντρεμένοι παντρεμένες παντρεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παντρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παντρεύω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pan.dɾeˈme.nos/ και /pa.dɾeˈme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παντρεμένος

Μετοχή

[επεξεργασία]

παντρεμένος, -η, -ο

  1. που έχει παντρευτεί
     συνώνυμα: νυμφευμένος, έγγαμος, ύπανδρος
     αντώνυμα: ανύπαντρος, ανύμφευτος, άγαμος, απειρόγαμος, απάντρευτος
  2. ο σύζυγος
     συνώνυμα: άντρας
     αντώνυμα: παντρεμένη
  3. (μεταφορικά) που δείχνει ιδιαίτερη και αποκλειστική αφοσίωση σε κάτι
    παράδειγμα  Είναι παντρεμένος με τη δουλειά του.
  4. (μαγειρική) τρόπος μαγειρέματος φαγητού όπου συνδυάζεται με κάποιο άλλο, συνήθως ασυνήθιστο, υλικό
    παράδειγμα  φάβα παντρεμένη, χοιρινό παντρεμένο με κοτόπουλο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]