παξιμαδοκλέφτρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παξιμαδοκλέφτρα < παξιμαδοκλέφτης + κατάληξη θηλυκού -τρα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παξιμαδοκλέφτρα θηλυκό

  1. θηλυκό του παξιμαδοκλέφτης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν έχουν ξεχωριστή λέξη για το θηλυκό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε παξιμαδοκλέφτης