παπάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπάρα παπάρες
γενική παπάρας (παπαρών)
αιτιατική παπάρα παπάρες
κλητική παπάρα παπάρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παπάρα < τουρκική papara < σλαβικά popara < popariam

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παπάρα θηλυκό

  1. ψωμί που βουτάμε σε υγρό ώστε να απορροφηθεί μια ποσότητα και κατόπιν να φαγωθεί π.χ. η παπάρα στο λάδι που μένει στη σαλάτα (π.χ. στη χωριάτικη) ή στο γάλα.
  2. βλακεία, βλακώδης λόγος ή ενέργεια
    Τι παπάρες λες...
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παπαριά

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]