παπαδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπαδάκι παπαδάκια
γενική
αιτιατική παπαδάκι παπαδάκια
κλητική παπαδάκι παπαδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παπαδάκι < παπάς (πληθυντικός παπάδ-ες) + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παπαδάκι ουδέτερο

  1. το αγόρι που φοράει άμφια κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας και βοηθάει τον ιερέα στο έργο του


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]