παπούς
Εμφάνιση
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παπούς < παποῦς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παπούς αρσενικό
- άλλη γραφή του παππούς
- ※ Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)
- ※ Ο παπούς μου ἔβαλε κατά μέρος τίς ἔχθρες καί πῆγε καί τὴν εἶδε μερικές φορές (Τόλης Καζαντζής, Η παρέλαση, διηγήματα, εκδ. Ερμής, 1976 σελ. 21)
- ※ Ξέρεις ἀφέντη, μιά φορά, σάν 'μουλεγε ὁ παπούς μου, ἦτον εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ χάσουν ἑκατὸ ἢ καὶ διακόσια σκοῦδα· παρὰ νὰ δώσουν ἕνα ὅρκον, τώρα ὅμως ἂν ἐξοδεύσῃς τὰ διακόσια σκοῦδα εὑρίσκεις ἑκατὸν μάρτυρας, οἵτινες δύνανται νὰ ὀρκισθῶσιν, ὅτι ὁ διάβολος μαγειρεύει πολέντα. (Διονύσιος Μονδινός, Ο εξόριστος ή η μαιλανή αίθουσα, ιστόρημα, έκδοσις δευτέρα, Πάτρα, τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο Ευσταθίου Π. Χριστοδούλου, 1866, σελ. 42)