παπούτσι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | παπούτσι | τα | παπούτσια |
| γενική | του | παπουτσιού | των | παπουτσιών |
| αιτιατική | το | παπούτσι | τα | παπούτσια |
| κλητική | παπούτσι | παπούτσια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παπούτσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παπούτσι < τουρκική pabuç < παλαιά τουρκικά پابوج (pâbuc) / پاپوش (pâpûş) < περσική پاپوش (pā-puš) < پا (pâ: πόδι) + پوش (puš) (< پوشیدن (pušidan: καλύπτω)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paˈpu.t͡si/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παπούτσι ουδέτερο
- (υπόδηση) προστατευτικό κάλυμμα για το πόδι· στο έδαφος ακουμπά η σκληρή σόλα και το τακούνι, ενώ το κάτω μέρος του ποδιού ντύνεται συνήθως ολόκληρο και μέχρι τον αστράγαλο με μαλακό δέρμα ή άλλο υλικό
- ※ Τα λασπωμένα παπούτσια, οι στραβοβαλμένες κάλτσες, τ' ανακατωμένα μαλλιά, η τσαλακωμένη κομπιναιζόν.
- ⌘ Μ. Καραγάτσης, Γιούγκερμαν, 1938-1941
- ※ Ὄχι παπούτσια ἕτοιμα ἀλλά ὑλικό γιά ἕνα ἤ δυό ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια - Βάλε καί σπάγγο, θά τούς ἔμεινε σπάγγος ἐκεῖ πέρα; Ὡς καί κεράκια γιά φινίρισμα βάζανε, Γιατί πετσιά καί ὄχι παπούτσια δέν τό κατάλαβα. Μπορεῖ νά εἶχαν ξεχάσει πιά τί μέγεθος φοροῦσαν οἱ δικοί τους. (Έλλη Αλεξίου, Ανθολογία ελληνικής αντιστασιακής λογοτεχνίας, 1941-1944, 1965, σελ. 394)
- ※ «Θά φᾶτε τα παπούτσια σᾶς -φώναζε- κι ἐγώ δέν ἔχω οὔτε νά σᾶς τα σολιάσω οὔτε νά σᾶς πάρω ἄλλα. Δέν εἶμαι μπρούκλης» ἦταν ἡ μόνιμη ἐπωδός του, καθὼς εἶχε ἀκούσει πὼς οἱ μετανάστες στὴν Ἀμερικὴ πήγαιναν στὸ Μπρούκλιν καὶ γίνονταν ... πάμπλουτοι. (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής Μυθ(ιστόρημα), εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
- ※ Τα λασπωμένα παπούτσια, οι στραβοβαλμένες κάλτσες, τ' ανακατωμένα μαλλιά, η τσαλακωμένη κομπιναιζόν.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- (έχω γραμμένο κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια: σε ένδειξη αδιαφορίας
- Η γλώσσα του παπούτσι & το μυαλό κουκούτσι: Αυτός που μιλάει πολύ λέγοντας συνεχώς ανοησίες
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]παροιμίες
[επεξεργασία]- πάρε παπούτσι από τον τόπο σου, κι ας είναι μπαλωμένο:
- ο γάμος με συγχωριανό έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από τον γάμο με ξενομερίτη.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παπούτσι
Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παπούτσι ήδη από τον 13ο αιώνα < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پاپوش (papuş) ή پابوج (pabuç) (τουρκική pabuç ή papuç) < περσική پاپوش (pâ-puš)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ νέα ελληνικά: παπούτσι, ⇒ νέα ελληνικά: παπούκι (ιδιωματικό)

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]παπούτσι ουδέτερο
- παπούτσι
- ※ 14ος αιώνας, ⌘ Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων, ανωνύμου, στίχ. 515 (514-515), στο Wilhelm Wagner, (επιμ.), Carmina graeca medii aevi, Teubner, Λειψία 1874, σ. 141-178.
- καὶ ὁ τζαγγάρης χρᾶταί το εἰς πᾶσάν του δουλείαν,
παπούτσια, ὑποδήματα, φελάρια καὶ κλώστρας·
- καὶ ὁ τζαγγάρης χρᾶταί το εἰς πᾶσάν του δουλείαν,
- ※ 17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία, Πράξη Ε΄, στίχ. 34 (33-34) @anemi.lib.uoc.gr
- Μὰ τοῦτοι ποιὸς ποκάμισο μᾶς δίδει, ποιὸς φιστάνι,
ποιὸς μπόλια, ποιὸς ἄλλος ποδιά, ποιὸς τὰ παποῦτσα κάνει,- Φώσκολος, Μάρκος Αντώνιος,1597-1662, Φορτουνάτος :Κωμωδία ανέκδοτος /Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου, το πρώτον εκ του αυτόγραφου του ποιητού εκδιδομένη υπό Στεφ. Ξανθουδίδου, εκδόσεις: ¨Ελευθερουδάκης¨, Αθήνα 1922, σελ. 162.
- Μὰ τοῦτοι ποιὸς ποκάμισο μᾶς δίδει, ποιὸς φιστάνι,
- ※ 14ος αιώνας, ⌘ Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων, ανωνύμου, στίχ. 515 (514-515), στο Wilhelm Wagner, (επιμ.), Carmina graeca medii aevi, Teubner, Λειψία 1874, σ. 141-178.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Κλιτικοί τύποι
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- *παπουτσ* - Επιτομή του Λεξικού ⌘ Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα].
- παπούτσι σελ.313 & σελ.314, Τόμος 14 - ⌘ Εμμανουήλ Κριαράς. Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Τόμοι Α-… (1969-). Επιμελητές: Τόμοι 1-14, Κριαράς. Τόμοι 15-22, Ιωάννης Ν. Καζάζης. Τόμοι 23-… Γ. Κ. Γιαννάκης. Πολυτονικό σύστημα: τόμοι 1-4, μονοτονικό: τόμοι 5-τέλος, pdf.Βιβλιογραφία. Οι τόμοι 1-18 στα Άπαντα Εμμανουήλ Κριαρά στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
- παπούτζια - LBG - Erich Trapp, et al. (1994–2007) Lexikon zur byzantinischen Gräzität besonders des 9.-12. Jahrhunderts [Λεξικό της Βυζαντινής Ελληνικής, ιδίως για τον 9ο-12ο αιώνα], Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften (Έκδοση της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Υπόδηση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα οθωμανικά τουρκικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα οθωμανικά τουρκικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Μεσαιωνικά ελληνικά
- Ουσιαστικά (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (μεσαιωνικά κρητικά)
- Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά κρητικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)