Μετάβαση στο περιεχόμενο

παπούτσι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παπούτσι τα παπούτσια
      γενική του παπουτσιού των παπουτσιών
    αιτιατική το παπούτσι τα παπούτσια
     κλητική παπούτσι παπούτσια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
κατάστημα πώλησης παπουτσιών

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παπούτσι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική παπούτσι < τουρκική pabuç < παλαιά τουρκικά پابوج (pâbuc) / پاپوش (pâpûş) < περσική پاپوش (pā-puš) < پا (pâ: πόδι) + پوش (puš) (< پوشیدن ‎(pušidan: καλύπτω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /paˈpu.t͡si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παπούτσι ουδέτερο

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

παροιμίες

[επεξεργασία]
  • πάρε παπούτσι από τον τόπο σου, κι ας είναι μπαλωμένο:
    ο γάμος με συγχωριανό έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από τον γάμο με ξενομερίτη.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παπούτσι ήδη από τον 13ο αιώνα < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική پاپوش (papuş) ή پابوج (pabuç) (τουρκική pabuç ή papuç) < περσική پاپوش (pâ-puš)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: παπούτσι, νέα ελληνικά: παπούκι (ιδιωματικό)
Ένα ζευγάρι παπούτσια (Βυζαντινή αυτοκρατορία, 6ος αιώνας).

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παπούτσι ουδέτερο

  • παπούτσι
      14ος αιώνας, Διήγησις παιδιόφραστος τῶν τετραπόδων ζώων, ανωνύμου, στίχ. 515 (514-515), στο Wilhelm Wagner, (επιμ.), Carmina graeca medii aevi, Teubner, Λειψία 1874, σ. 141-178.
    καὶ ὁ τζαγγάρης χρᾶταί το εἰς πᾶσάν του δουλείαν,
    παπούτσια, ὑποδήματα, φελάρια καὶ κλώστρας·
      17ος αιώνας Μάρκος-Αντωνίος Φώσκολος, Φορτουνάτος, έμμετρη κωμωδία, Πράξη Ε΄, στίχ. 34 (33-34) @anemi.lib.uoc.gr
    Μὰ τοῦτοι ποιὸς ποκάμισο μᾶς δίδει, ποιὸς φιστάνι,
    ποιὸς μπόλια, ποιὸς ἄλλος ποδιά, ποιὸς τὰ παποῦτσα κάνει,
    Φώσκολος, Μάρκος Αντώνιος,1597-1662, Φορτουνάτος :Κωμωδία ανέκδοτος /Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου, το πρώτον εκ του αυτόγραφου του ποιητού εκδιδομένη υπό Στεφ. Ξανθουδίδου, εκδόσεις: ¨Ελευθερουδάκης¨, Αθήνα 1922, σελ. 162.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]