παπούτσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπούτσι παπούτσια
γενική παπουτσιού παπουτσιών
αιτιατική παπούτσι παπούτσια
κλητική παπούτσι παπούτσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παπούτσι < τουρκική pabuç/papuç (υπόδημα) < περσική پاپوش (pāpuš) pa=πόδι + puş=κάλυμμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ˈpu.tsi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παπούτσι ουδέτερο

  1. προστατευτικό κάλυμμα για το πόδι· στο έδαφος ακουμπά η σκληρή σόλα και το τακούνι, ενώ το κάτω μέρος του ποδιού ντύνεται συνήθως ολόκληρο και μέχρι τον αστράγαλο με μαλακό δέρμα ή άλλο υλικό

Εκφράσεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

παροιμία[]

  • Πάρε παπούτσι από τον τόπο σου, κι ας είναι μπαλωμένο:
ο γάμος με συγχωριανό έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας από τον γάμο με ξενομερίτη.

32πχ Μεταφράσεις[]