παππούδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  παππούς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παππούδες αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. πληθυντικός του παππούς
  2. αυτοί που έζησαν πριν από μας

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

παππούδες