Μετάβαση στο περιεχόμενο

παπυρολόγου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

παπυρολόγου αρσενικό ή θηλυκό