παρά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρά < αρχαία ελληνική παρά
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /paˈɾa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πα‐ρά
- τονικό παρώνυμο: πάρα
Πρόθεση
[επεξεργασία]παρά
- (με αιτιατική) υποδείχνει αντίθεση, αντιθέτως προς
Φόραγε γούνα παρά την αφόρητη ζέστη.
παρά φύσιν, παρά πάσαν προσδοκίαν
- υποδείχνει κάτι λιγότερο
Έχω εκατό ευρώ παρά κάτι ψιλά.
- (ειδικότερα) σε εκφώνηση ώρας δείχνει πόσα λεπτά υπολείπονται για να γίνει ακριβώς
Δύο παρά δέκα.
- υποδείχνει εναλλαγή ή εναλλακτική παράλειψη
Βάζε κάτι αλλά όχι σε όλα, κουτί παρά κουτί.
- (με γενική, λόγιο) από, εκ μέρους (υποδείχνει προέλευση)
Ενημερώθηκαν παρά των δημοσιογράφων.
- (με δοτική, αρχαιοπρεπές) κοντά, κάτω από τη δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα κάποιου
Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρά
υποδείχνει εναλλαγή
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]παρά < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per
Πρόθεση
[επεξεργασία]παρά
Πηγές
[επεξεργασία]- παρά - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- παρά - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Προθέσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι ουσιαστικών (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Προθέσεις (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)