παράγωγο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράγωγο παράγωγα
γενική παραγώγου
& παράγωγου
παραγώγων
& παράγωγων
αιτιατική παράγωγο παράγωγα
κλητική παράγωγο παράγωγα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγωγο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: παράγωγος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράγωγο ουδέτερο

  1. κάτι που παράγεται από κάτι άλλο, παράγωγο προϊόν
  2. (γραμματική) η λέξη που παράγεται από άλλη
  3. (χρηματοοικονομικά) επενδυτικό προϊόν του οποίου η αξία είναι συνάρτηση της αξίας περισσότερων ή ενός άλλου (συνήθως διαπραγματεύσιμου σε κάποια αγορά αξιών) αξιογράφου, μετρήσιμου αγαθού, κατάστασης ή φαινομένου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]