παράδοξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

παρά-δόξα( δόξα> δοκώ

Επίθετο[επεξεργασία]

παράδοξος, -η, -ο

το πλέον παράδοξο στην όλη υπόθεση είναι η αναπάντεχη εμφάνιση του κυρίου Σμιθ μετά από δέκα χρόνια που θεωρούνταν εξαφανισμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]