παράλληλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράλληλα < επίθετο παράλληλος

Επίρρημα[επεξεργασία]

παράλληλα

  1. με τρόπο παράλληλο
  2. ταυτόχρονα


Μεταφράσεις[επεξεργασία]