παράξενων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

παράξενων

  1. παράξενος, στη γενική του πληθυντικού
  2. παράξενη, στη γενική του πληθυντικού
  3. παράξενο, στη γενική του πληθυντικού