παράουρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παράουρος παράουρη παράουρο
γενική παράουρου παράουρης παράουρου
αιτιατική παράουρο παράουρη παράουρο
κλητική παράουρε παράουρη παράουρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράουροι παράουρες παράουρα
γενική παράουρων παράουρων παράουρων
αιτιατική παράουρους παράουρες παράουρα
κλητική παράουροι παράουρες παράουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράουρος < πάρωρος < αρχαία ελληνική πάρωρος < παρά + ὥρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παράουρος, -η, -ο

(ιδιωματικό)
  1. που δεν είναι ή δεν συμβαίνει στην κανονική του ώρα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άκαιρος, πάρωρος
  2. (κατ’ επέκταση) κακοφτιαγμένος άνθρωπος, μη κανονικός
  3. (μεταφορικά) καθυστερημένος, παλαβός, τρελός, βλάκας