παράσιτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράσιτο παράσιτα
γενική παρασίτου παρασίτων
αιτιατική παράσιτο παράσιτα
κλητική παράσιτο παράσιτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράσιτο < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράσιτο ουδέτερο

  1. οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται εις βάρος ενός άλλου οργανισμού.
  2. (μεταφορικά) για κάποιον που βασίζεται σε άλλους για την επιβίωση ή την ανάδειξή τους, με απαξιωτική σημασία
  3. (στον πληθυντικό) παράσιτα: οι αρμονικές συχνότητες και ο θόρυβος στο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]