παράσιτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράσιτο παράσιτα
γενική παρασίτου παρασίτων
αιτιατική παράσιτο παράσιτα
κλητική παράσιτο παράσιτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παράσιτο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παράσιτο ουδέτερο

  1. οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται εις βάρος ενός άλλου οργανισμού.
  2. (μεταφορικά) για κάποιον που βασίζεται σε άλλους για την επιβίωση ή την ανάδειξή τους, με απαξιωτική σημασία
  3. (στον πληθυντικό) παράσιτα: οι αρμονικές συχνότητες και ο θόρυβος στο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα.

32πχ Μεταφράσεις[]