παράσιτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παράσιτο τα παράσιτα
      γενική του παρασίτου των παρασίτων
    αιτιατική το παράσιτο τα παράσιτα
     κλητική παράσιτο παράσιτα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράσιτο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική parasite[1] < αρχαία ελληνική παράσιτος < παρά + σῖτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράσιτο ουδέτερο

  1. (βιολογία) οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται εις βάρος ενός άλλου οργανισμού
  2. (μεταφορικά) για κάποιον που βασίζεται σε άλλους για την επιβίωση ή την ανάδειξή τους, με απαξιωτική σημασία
  3. (στον πληθυντικό) παράσιτα: οι αρμονικές συχνότητες και ο θόρυβος στο ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σήμα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.