παράτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράτα παράτες
γενική παράτας (παρατών)
αιτιατική παράτα παράτες
κλητική παράτα παράτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. παράτα < ιταλική parata
  2. Αργκό έκφραση απο το παράταση.

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

παράτα θηλυκό

  1. θεαματική εκδήλωση που αποσκοπεί στον εντυπωσιασμό

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

παράτα θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η παράταση
    Το ματς τελικά πήγε στην παράτα.

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

παράτα

  1. β'ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος παρατώ
    άι παράτα μας!