παράταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράταση παρατάσεις
γενική παράτασης
& παρατάσεως
παρατάσεων
αιτιατική παράταση παρατάσεις
κλητική παράταση παρατάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παράταση
  1. αρχαία ελληνική παράτασις < παρατείνω
  2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική prolongation

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παράταση θηλυκό

  1. η μεταφορά ενός χρονικού ορίου σε μελλοντικό χρόνο
    έπρεπε να πληρώσω αύριο το γραμμάτιο αλλά πήρα παράταση
  2. η χρονική περίοδος από το αρχικό όριο μέχρι το νέο όριο
    πρέπει να μαζέψω όλα τα χαρτιά κατά τη διάρκεια της παράτασης
  3. (αθλητισμός) το χρονικό διάστημα κατά το οποίο επεκτείνεται η κανονική διάρκεια ενός αγώνα λόγω μη επίτευξης συγκεκριμένων στόχων
    στο μπάσκετ, όταν υπάρχει ισοπαλία στην κανονική διάρκεια του αγώνα, οι αγώνες πηγαίνουν σε παράταση

32πχ Μεταφράσεις[]