Μετάβαση στο περιεχόμενο

παράτησα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

παράτησα

  • α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος παρατώ