παράφερνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράφερνα
γενική παραφέρνων
αιτιατική παράφερνα
κλητική παράφερνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράφερνα < αρχαία ελληνική παράφερνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράφερνα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράφερνα < παρά + φερνή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράφερνα ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. παράφερνα