παράφρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική παράφρων /
παράφρονας
παράφρων παράφρον
γενική παράφρονος /
παράφρονα
παράφρονος παράφρονος
αιτιατική παράφρονα παράφρονα παράφρον
κλητική παράφρων παράφρων παράφρον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παράφρονες παράφρονες παράφρονα
γενική παραφρόνων παραφρόνων παραφρόνων
αιτιατική παράφρονες παράφρονες παράφρονα
κλητική παράφρονες παράφρονες παράφρονα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράφρων < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παράφρων, -ων, -ον

  1. που έχει χάσει τα λογικά του, τρελός, ψυχασθενής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]