παρέα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρέα παρέες
γενική παρέας
αιτιατική παρέα παρέες
κλητική παρέα παρέες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέα < ισπανική[1] parea < pareja, θηλυκό του parejo < δημώδης λατινική *paricla < *pariclus < *pariculus < λατινική par

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾε.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρέα θηλυκό

  1. φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων
    θα βγω έξω με την παρέα μου
  2. η σχέση ανάμεσα σε φίλους που συναντιούνται συχνά, η κοινωνική συναναστροφή
    κάνουμε παρέα με τα παιδιά αυτά εδώ και κάτι μήνες
  3. (μεταφορικά) αντικείμενο που μας συνοδεύει και μας ψυχαγωγεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

παρέα

  • μαζί
    είμαστε παρέα με τα παιδιά

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]