παρέλαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρέλαση παρελάσεις
γενική παρέλασης
& παρελάσεως
παρελάσεων
αιτιατική παρέλαση παρελάσεις
κλητική παρέλαση παρελάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέλαση < ελληνιστική κοινή παρέλασις < αρχαία ελληνική παρελαύνω < ἐλαύνω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁el-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.'rε.la.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρέλαση θηλυκό

  1. (στρατιωτικός όρος) η διέλευση στοιχισμένων στρατιωτικών τμημάτων μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να δειχτεί το αξιόμαχο του αγήματος ή για επιθεώρηση από την στρατιωτική ή πολιτική ηγεσία
  2. (κατ’ επέκταση) η διέλευση στοιχισμένων τμημάτων μαθητών ή πολιτών μπροστά από κάποιο χώρο ή πρόσωπο, προκειμένου να τιμηθεί κάποια επέτειος ή για άλλους λόγους
  3. (μεταφορικά) το πέρασμα κάποιων προσώπων από κάποιο χώρο, η εμφάνισή τους στο χώρο αυτό με μια κάποια σειρά
    Παρέλαση αστέρων και στις υποψηφιότητες για τηλεταινία ή μίνι σειρά. Μια παρέλαση που επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά ότι τα κινηματογραφικά στούντιο τροφοδοτούν όλο και περισσότερο τα τηλεοπτικά στούντιο με τους ακριβοπληρωμένους ηθοποιούς τους αλλά και ότι η τηλεόραση εξελίσσοντας τις δυνατότητές της και επενδύοντας σε φιλόδοξες δουλειές μετατρέπεται στον κινηματογράφο του μέλλοντος. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]