παρέμφαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρέμφαση οι παρεμφάσεις
      γενική της παρέμφασης
& παρεμφάσεως
των παρεμφάσεων
    αιτιατική την παρέμφαση τις παρεμφάσεις
     κλητική παρέμφαση παρεμφάσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέμφαση < ελληνιστική κοινή παρέμφασις < αρχαία ελληνική παρεμφαίνω < παρά + ἐμφαίνω < ἐν + φαίνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paˈɾɛmfasi/
συλλαβισμός: πα‐ρέμ‐φα‐ση
παλαιός συλλαβισμός: παρ‐έμ‐φα‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρέμφαση θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]