παρένθεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παρένθεση οι παρενθέσεις
      γενική της παρένθεσης
παρενθέσεως*
των παρενθέσεων
    αιτιατική την παρένθεση τις παρενθέσεις
     κλητική παρένθεση παρενθέσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρένθεση < ελληνιστική κοινή παρένθεσις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική parenthèse)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /paˈɾen.θe.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πα‐ρέν‐θε‐ση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρένθεση θηλυκό

  1. (γραμματική) σημείο στίξης ( ), εντός του οποίου κλείνονται λέξεις ή φράσεις που δρουν συμπληρωματικά ή διευκρινιστικά στον λόγο
  2. οι λέξεις ή φράσεις που κλείνονται εντός του παραπάνω σημείου στίξης
  3. (μεταφορικά) ό,τι ξεφεύγει από την ομοιομορφία ή μια ομοιόμορφη ροή και την διακόπτει

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]