παρένθετος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρένθετος < → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

παρένθετος

  1. που παρεμβάλλεται, που μπαίνει κάπου ανάμεσα
  2. (γλωσσολογία) που βρίσκεται ανάμεσα σε παρενθέσεις
     συνώνυμα: παρενθετικός
  3. (ειδικότερα) (θηλυκό) που κυοφορεί βρέφος το οποίο προορίζεται για άλλο ζευγάρι ή που αναφέρεται σε αυτή τη διαδικασία
    παρένθετη μητρότητα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]