παρέχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέχω < αρχαία ελληνική παρέχω < παρά + ἔχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρέχω (παθητική φωνή: παρέχομαι)

  • δίνω κάτι σε κάποιον, χορηγώ, προμηθεύω, προσφέρω, προξενώ
    Το Λουξεμβούργο είχε ήδη συμφωνήσει να παράσχει πληροφορίες για τις συμφωνίες του με ξένες εταιρείες στις κυβερνήσεις των χωρών που θα τις ζητούσαν, όμως απέρριπτε το αίτημα των υπηρεσιών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης επειδή δεν είναι φορολογικές αρχές. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρέχω < παρά + ἔχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρέχω

  1. έχω κοντά μου, έχω έτοιμο
  2. παρέχω, δίνω, προμηθεύω, χορηγώ, εφοδιάζω
  3. χαρίζω
  4. γεννώ, προξενώ
  5. παρουσιάζω, εμφανίζω
  6. επιτρέπω, δίνω τη δυνατότητα, το δικαίωμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]