παρίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρίας < αγγλική pariah < ταμίλ பறையர் (paṟaiyar), πληθυντικός του பறையன் (paṟaiyaṉ, ντράμερ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παρίας αρσενικό

  1. άτομο με περιορισμένα δικαιώματα, ο παρακατιανός, ο κοινωνικά εξαθλιωμένος ή υποδεέστερος
    • το ομορφόπαιδο ο Μιχάλης είναι ένας άεργος παρίας τον οποίο θα χωρίσεις• ας αλλάξουμε θέμα τώρα
  2. (μεταφορικά) άτομο το οποίο δεν είναι αποδεκτό απ' το κατεστημένο
    • η επιστημονική κοινότητα τον θεωρούσε παρία όσο ζούσε, λόγω της εκκεντρικότητάς του, και της ανικανότητάς του να οργανώνει και να ανήκει σε ομάδες στοχαστών

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]