Μετάβαση στο περιεχόμενο

παραβίαση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η παραβίαση οι παραβιάσεις
      γενική της παραβίασης* των παραβιάσεων
    αιτιατική την παραβίαση τις παραβιάσεις
     κλητική παραβίαση παραβιάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, παραβιάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
παραβίαση < (παραβιάζω) παραβια- + -ση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pa.ɾaˈvi.a.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: παραβίαση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

παραβίαση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω
    1. ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη
      η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων
        Στις 27 Σεπτεμβρίου, η Ελλάδα, έχοντας αποκαταστήσει τις βασικές πολιτικές και ατομικές ελευθερίες, κατέθεσε αίτηση για την επανεισδοχή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, από το οποίο είχε αποχωρήσει η κυβέρνηση της δικτατορίας, προλαμβάνοντας την αποβολή της λόγω παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. (Άγγελος Μπρατάκος, Η ιστορία της Νέας Δημοκρατίας, εκδ. Λιβάνη, 2002, σελ. 135)
       δείτε τις λέξεις καταστρατήγηση, παράβαση και αθέτηση
    2. βίαιη παράνομη είσοδος σε ένα χώρο
      η παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη
      Η αστυνομία βρήκε ίχνη παραβίασης στην μπαλκονόπορτα. Από εκεί θα μπήκαν οι κλέφτες.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις βιάζω και βία

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]