παραβίαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραβίαση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παραβίαση θηλυκό

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω
    1. ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη
      η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων
      δείτε τις λέξεις: καταστρατήγηση, παράβαση και αθέτηση
    2. βίαιη παράνομη είσοδος σε ένα χώρο
      η παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη
      Η αστυνομία βρήκε ίχνη παραβίασης στην μπαλκονόπορτα. Από εκεί θα μπήκαν οι κλέφτες.


32πχ Μεταφράσεις[]